Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, τέχνη θα βρεις
Ανάμεσα στις αγαπημένες μου βόλτες στην Αθήνα είναι αυτή στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Εκεί ήταν το πρώτο ξάφνιασμα. Κάποιοι είχαν στρωθεί και κάτι έβλεπαν σε μια οθόνη. «Κάτι καλλιτεχνικό παίζει εδώ» σκέφτηκα η φιλότεχνη (συν περίεργη) και πλησίασα. Προφανώς δεν ήταν και πολλοί αυτοί που είχαν τη δική μου περιέργεια (και την αγάπη για την τέχνη, βεβαίως) κι έτσι με καλοδέχτηκαν. Μόνο κόκκινο χαλί για να πατήσω δεν έστρωσαν. Ένα μαξιλαράκι πάντως, το πήρα.
Παρακολούθησα για περίπου δέκα λεπτά. Δεν ξέρω τι. Άρχισα να νιώθω άβολα με τόση τέχνη. «Βλάχα, βλαχάρα, αγράμματη, τελευταία» επαναλάμβανα μέσα μου τα λόγια που είχα ακούσει παλιά σε ριάλιτι σόου, μπας και αλλάξω γνώμη. Δεν έπρεπε να φύγω. Κι από την άλλη, πώς θα έφευγα; Το «αποχωρώ διακριτικά» δεν ήταν εφικτό, αφού έπρεπε να σηκωθώ. Τώρα κατάλαβα. Μας βάζουν και καθόμαστε για να μην μπορούμε να το σκάσουμε. Δεν πειράζει, θα φύγω έρποντας.
«Βλάχα, βλαχάρα, αγράμαματη, τελευταία, κάτσε εκεί που βρίσκεσαι και μην κάνεις βήμα. Βλήμα. Κάτσε να ξεστραβωθείς» επαναλάμβανε η φωνή της λογικής. Δεν την άκουσα. Λίγο σούρσιμο, λίγο ξεδίπλωμα, αθόρυβα και διακριτικά, απομακρύνθηκα από το χώρο της υψηλής τέχνης και διανόησης και πήγα να θαυμάσω την παρέα πιο κάτω που έπαιζαν ρεμπέτικα, την κοπέλα με το λαούτο, τον κιθαρίστα και τον σαξοφωνίστα που πουλάνε την ευτελή τους τέχνη για κάνα ψιλό, λίγο παραπέρα. Τουλάχιστον καταλάβαινα τι έλεγαν: «Χαράματα η ώρα τρεις, θα ΄ρθω να σε ξυπνήσω…». Κατανοητά πράγματα. Καθημερινά. Κι αγαπησιάρικα. Ναι, εδώ να αφήσω και το κατιτίς μου. Θα μου πεις και στη βιντεοπροβολή το άφησα το κατιτίς μου. Κι εγώ που είδα όσο είδα και άλλοι (και είναι πολλοί αυτοί οι άλλοι) που δεν είχαν την τύχη.
Το ίδιο ξάφνιασμα ένιωσα κι όταν ένα βράδυ, με χύμα κρασί και σουβλάκια, βρέθηκα στο Άλσος Παγκρατίου. Έπαιζε ταινία. Με τον κινηματογράφο έχω να πω ότι τη σηκώνω την κουλτούρα. Από Μπουνιουέλ μέχρι Ταρκόφσκι. Εκτός από Χόλιγουντ, βλέπω τα πάντα κι από όλον τον κόσμο. Από Ιράν μέχρι Ουγκάντα. Αλλά ποτέ δεν ήρθα αντιμέτωπη με ένα ακαταλαβίστικο βίντεο, σε ένα άλσος, την ώρα που έτρωγα σουβλάκι. «Βλάχα, βλαχάρα, αγράμματη, τελευταία, παριστάνεις και τη σινεφίλ, τρομάρα σου και δεν είσαι σε θέση να νιώσεις τι θέλει να πει ο ποιητής σ’ αυτό που βλέπεις» είπε η φωνή που ήθελε να με κρατήσει στο παγκάκι. «Ναι ρε. Δε νιώθω. Προτιμώ να πληρώσω και να δω την ταινία που θα διαλέξω εγώ. Έτσι κι αλλιώς, αυτό που βλέπω, το πλήρωσα έμμεσα. Και δεν είναι του γούστου μου» απάντησα στην ενοχλητική, αγνοώντας αυτό που είχα μπροστά μου στην οθόνη και στρίβοντας το τσιγάρο μου.
Ένα άλλο βράδυ, εκεί που περπατούσα, ω, τι ξάφνιασμα, έφτασαν ήχοι από γνωστή άρια στα αυτιά μου. Ναι, βγήκε η Λυρική Σκηνή στους δρόμους. Να σου πω την αλήθεια, αν και τα πάω καλά με την όπερα, δε νιώθω άνετα στο χώρο της Λυρικής. Έχει κάτι ελιτίστικο. Ωστόσο, αν και είναι σίγουρα ευχάριστο το να περπατάς σκυθρωπός, έχοντας στο μυαλό σου τις σκοτούρες σου για το πώς θα πληρώσεις τα πάγια συν τις έκτακτες εισφορές και ξαφνικά να πέφτεις σε ένα τέτοιο φαντασμαγορικό θέαμα του δρόμου που σου αλλάζει τη ζωή, ούτε εκεί ένιωσα ότι μπορούσα να καθίσω και να παρακολουθήσω τι γίνεται στη σκηνή του λεωφορείου. «Βλάχα, βλαχάρα, αγράμματη, τελευταία, μόνο άμα σου φέρουν το λεωφορείο της Λυρικής στη στάνη θα νιώσεις άνετα» έλεγε η φωνή μέσα μου. Κι η απ’ έξω η φωνή απαντούσε: «Δεν είμαι πρόβατο για να μπω στη στάνη» και το ότι δεν ήταν πρόβατο, το εννοούσε.
Στην πορεία, κάθισα και έψαξα, να μάθω τι είναι όλη αυτή η έκρηξη τέχνης και πολιτισμού που συμβαίνει σ’ αυτήν την απολίτιστη πόλη, σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Και έμαθα. Είδαν ότι πέφτουμε σε κατάθλιψη με όλα αυτά τα μέτρα (που μας παίρνουν) και είπαν να μας δώσουν λίγη χαρά με καλλιτεχνικά ξαφνιάσματα. Έτσι, το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού συνεργάστηκε με άλλους φορείς για την εξωστρέφεια και το ζωντάνεμα γειτονιών που έχουν γίνει γκέτο (ναι, έφτασε και σε τέτοιες γειτονιές η υψηλή τέχνη, αλλά δεν μπορώ να επιβεβαιώσω τον αριθμό των παρευρισκομένων που κάποιοι μπορεί να ισχυρίζονται ότι υπήρχαν). Αυτά που είδα και ξαφνιάστηκα (η βλάχα, η βλαχάρα, η αγράμματη, η τελευταία) ήταν από τη συνεργασία με το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
Κι αυτά τα τσιμέντα που θα δεις στην Ομόνοια, τα τυλιγμένα με ελληνικές σημαίες, αναγνώστη μου, τέχνη είναι. Σου το λέω για να μη φανταστείς ότι θα γίνουν έργα στην Ομόνοια και ξαφνιαστείς με τη σκέψη ότι θα αναγκαστούν να φύγουν από κει όσοι συμμετέχουν στη διακίνηση των ναρκωτικών. Είναι ένα έργο που ονομάζεται «Εις Δόξαν». Και, φαντάζομαι, είναι αφιερωμένο «Εις την Αιωνίαν Ελληνικήν Λόξαν».
Κατηγορίες: Πρακτορεύει
Νάντια Κατσαρού(Προφίλ Συντάκτη)
Ασχολείται ενεργά με τη δημοσιογραφία από το 1999, με ρεπορτάζ σε τηλεόραση, ραδιόφωνο και έντυπο τύπο. Συνέχισε με αρθρογραφία στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Διατηρούσε δική της εταιρεία επικοινωνίας, δημοσίων σχέσεων και διοργάνωσης εκδηλώσεων. Το 2010 εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, «Για μια χούφτα λίρες». Για την Travel Voice εκτελεί χρέη αρχισυντάκτριας, χωρίς να εγκαταλείπει την αδυναμία της: το ρεπορτάζ του δρόμου. Έχει πάντα μια καλή κουβέντα για όλους και θα την βρείτε στην στήλη «Πρακτορεύει» και «στο Μπλέντερ». nkatsarou[at]travelvoice.gr




