Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, σε λόφους και δρυμούς

| Αυγούστου 11, 2011 | 0 Comments

ΛυκαβηττόςΠάνω απ’ όλα, ο Έλληνας κουβαλάει πολιτισμό. Φταίνε και τα γονίδια. Τόσες χιλιάδες χρόνια, δε λέμε ν’ αλλάξουμε. Φαίνεται στη συμπεριφορά μας αυτό. Στον τρόπο που μιλάμε, στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους γύρω μας, στον τρόπο που ακούμε τη μουσική μας (αλλά και στη μουσική που ακούμε), στον τρόπο που πετάμε τα σκουπίδια μας.

Ο Λυκαβηττός είναι ένα από τα αγαπημένα σημεία των επισκεπτών της πρωτεύουσας. Ελάχιστοι Αθηναίοι τον εκτιμούν. Και όταν λέω «τον εκτιμούν» εννοώ ότι δεν του έχουν καμία εκτίμηση. Πέρα από το ότι δεν είναι ο αγαπημένος τους καλοκαιρινός προορισμός -αυτοί χάνουν- έτσι και κάνουν να ανηφορίσουν, θα αφήσουν το στίγμα τους πάνω του.

Βρέθηκα εκεί ένα βράδυ του Αυγούστου. Ανάμεσα σε πολλούς ξένους και ελάχιστους Έλληνες. Οι οποίοι, πώς να το κάνουμε, ξεχώριζαν. Ξεχώριζαν από τα καψουροτράγουδα που άκουγαν δυνατά στα αυτοκίνητά τους, καταστρέφοντας τους ήχους της φύσης. Είναι κάποιοι που δεν αρκούνται στο να τα κάνουν αυτά στη γειτονιά τους, πουλώντας μούρη στους ομοίους τους, θέλουν να τους ακούσουν και τα πουλιά που φωλιάζουν στα δέντρα του λόφου. Ξεχώριζαν με τη γραφή τους. Είναι κάποιοι που, ασχέτως αν ξέρουν να γράψουν τ’ όνομά τους, έχουν μάθει να γράφουν για την ομαδάρα τους ή την αμαξάρα τους, πάνω σε παγκάκια, πλακάκια και στο βράχο τον ίδιο. Ξεχώριζαν κι από τη βρωμιά που άφηναν πίσω τους. Είναι κάποιοι που, πέρα από ο,τι βρίσκεται τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους, δε θέλουν τίποτα καθαρό.

 

καλαμπόκι στο ΛυκαβηττόΣε είδα, Ελληνάρα μου. Πήρες το καλαμπόκι, ανέβηκες ως τον Άι Γιώργη κι έκατσες και το έφαγες, απολαμβάνοντας τη θέα της Αθήνας τη νύχτα από ψηλά. Δίπλα μου καθόσουν. Δεν κατάλαβα πότε έφυγες. Χάζευα κι εγώ την ίδια θέα. Όταν όμως γύρισα και είδα τα αποφάγια σου εκεί κι εσένα φευγάτο, μου ανέβηκε η πίεση στα ύψη. Θέλησα να σε βρω για να σου πω ποια είναι η ιδανική θέση του καλαμποκιού που πέταξες. Μα, πού πήγε το μυαλό σου; Σε ένα από άπειρα καλάθια απορριμάτων που υπήρχαν στο χώρο, ήθελα να πω. Ένα απ’ αυτά ήταν δίπλα σου. Ένα λίγο πιο πέρα, το συνάντησες φεύγοντας, δίπλα σε κάδο ολόκληρο. Στη διαδρομή που ακολούθησες, υπήρχε καλάθι απορριμάτων κάθε δέκα μέτρα. Για να μην ψάχνεσαι και σου γίνονται βάρος τα σκουπίδια σου, βρωμιάρη. Αλλά εσύ έτσι έμαθες. Να τα πετάς όπου βρεις.

Αυτός είναι ο πολιτισμός μας. Αυτός είναι ο σεβασμός μας στο περιβάλλον. Αυτή είναι η αγάπη μας για τον τόπο μας. Και, είμαι σίγουρη, αυτός, όπως και πολλοί σαν αυτόν, πιάνουν συζητήσεις καφενείου, όπου αγανακτισμένοι δηλώνουν ότι «η Αθήνα είναι βρώμικη, ο Δήμος δεν κάνει καλά τη δουλειά του, η Ελλάδα έχει γίνει χωματερή, μα τι κάνουν τέλος πάντων οι πολιτικοί σ’ αυτόν τον τόπο…»

Μόνοι μας θα διατηρήσουμε την ομορφιά αυτού του τόπου. Μόνοι μας θα τον κάνουμε πιο φιλόξενο. Αλλάζοντας πρώτα τους εαυτούς μας. Τι στο καλό τα κουβαλάμε τα γονίδια; Ε;

Κατηγορίες: Πρακτορεύει, Στήλες

avatar

Νάντια Κατσαρού(Προφίλ Συντάκτη)

Ασχολείται ενεργά με τη δημοσιογραφία από το 1999, με ρεπορτάζ σε τηλεόραση, ραδιόφωνο και έντυπο τύπο. Συνέχισε με αρθρογραφία στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Διατηρούσε δική της εταιρεία επικοινωνίας, δημοσίων σχέσεων και διοργάνωσης εκδηλώσεων. Το 2010 εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, «Για μια χούφτα λίρες». Για την Travel Voice εκτελεί χρέη αρχισυντάκτριας, χωρίς να εγκαταλείπει την αδυναμία της: το ρεπορτάζ του δρόμου. Έχει πάντα μια καλή κουβέντα για όλους και θα την βρείτε στην στήλη «Πρακτορεύει» και «στο Μπλέντερ». nkatsarou[at]travelvoice.gr